imperceptible
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Επίθετο
imperceptible (en)
Γαλλικά (fr)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ̃.pɛʁ.sɛp.tibl/
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| imperceptible | imperceptibles |
imperceptible (fr) αρσενικό ή θηλυκό