impossible
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
impossible (en)
- αδύνατος, που είναι δυνατόν να γίνει
- it's impossible - είναι αδύνατον
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| impossible | impossibles |
impossible (fr) αρσενικό ή θηλυκό