incidental
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
incidental (en)
[
]
[
]
Πορτογαλικά (pt)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| incidental | incidentais |
incidental (pt) αρσενικό ή θηλυκό