ineffable
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- ineffable < γαλλική ineffable < λατινική ineffabilis (από το 1450)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɪˈnɛf.ə.bəl/ (ΗΒ)
- ΔΦΑ : /ˌɪnˈɛf.ə.bəl/ (ΗΠΑ)
- Audio (US)
[
]
Επίθετο
ineffable (en)
[
]
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| ineffable | ineffables |
ineffable (fr) αρσενικό ή θηλυκό