infantiliser
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr)
Ρήμα
infantiliser (fr)
- καθιστώ παιδαριώδη, δίνω σε κάποιον νοοτροπία ή φέρσιμο παιδιού
- Cette série infantilise les téléspectateurs. Αυτό το σήριαλ παίρνει τους τηλεθεατές για παιδιά.
Συγγενικές λέξεις
και
- infant - infante
- infanterie
- infanticide
- infantile
- infantilisation
- infantiliser
- infantilisme