inflammable
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γαλλικά (fr)
Επίθετο
inflammable
(fr)
αρσενικό
ή
θηλυκό
εύφλεκτος
Συγγενικές λέξεις
inflammabilité
inflammation
inflammatoire
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
|
Επίθετα (γαλλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
English
فارسی
Français
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
മലയാളം
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
中文