injury
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
injury (en)
- ζημία, πρόκληση βλάβης, τραυματισμός (μπορεί να αφορά σε πρόσωπο, περιουσία, δικαιώματα, ηθική υπόσταση κλπ)
- τραυματισμός (του σώματος)