intrigue

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
intrigue intrigues

intrigue  (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) μπερδεμένη και ενοχλητική κατάσταση
  2. (παρωχημένο) κρυφή ερωτική σχέση, συνήθως σύντομη
  3. η δολοπλοκία, η ραδιουργία
  4. η ίντριγκα στο θέατρο, στον κινηματογράφο, σε ένα μυθιστόρημα
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/intrigue"