intrusion

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
intrusion intrusions

intrusion (fr) θηλυκό

  1. η εισχώρηση χωρίς άδεια σε έναν χώρο, μια ομάδα, μια κοινωνία