iro
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | iro | iroj |
| αιτιατική | iron | irojn |
iro (eo)
- ο πηγαιμός