iskra

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική iskra iskry
γενική iskry iskier
δοτική iskrze iskrom
αιτιατική iskrę iskry
οργανική iskrą iskrami
τοπική iskrze iskrach
κλητική iskro iskry

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

iskra < πρωτοσλαβική jьskra

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈiskra/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

iskra (pl) θηλυκό

  1. ο σπινθήρας