item
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
item (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίρρημα
item (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| item | items |
item (fr) αρσενικό