jabot

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ʒa.bo/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
jabot jabots

jabot  (fr) αρσενικό

  1. η γκούσα των πτηνών
  2. γαρνιτούρα από δαντέλα ή μουσελίνα από τον γιακά μιας πουκαμίσας ή μπλούζας μέχρι και το στήθος

Συγγενικές λέξεις

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/jabot"