jarretière
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- jarretière < jarret
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| jarretière | jarretières |
jarretière (fr) θηλυκό