jettison
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
jettison (en)
- πετάω άχρηστο βάρος από πλοίο, αερόστατο κλπ
- εγκαταλείπω, απορρίπτω κάτι άχρηστο ή ελαττωματικό