jibe
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
jibe (en)
- ευτράπελη ή προσβλητική παρατήρηση
- (ναυτικός όρος) ...
- (ναυτικός όρος) ...
[
]
Ρήμα
jibe (en)
- συμφωνώ
- that explanation doesn't jibe with the facts
- (ναυτικός όρος, μεταβατικό) ...
- (ναυτικός όρος, αμετάβατο) ...