join
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
join
(en)
ενώνω
ή
συνδέω
τέμνομαι
,
συναντώμαι
κάνω
παρέα
σε κάποιον, κάνω το ίδιο πράγμα που κάνει κι αυτός
come here and '
join
us
γίνομαι
μέλος
Greece
joined
the European Economic Community in 1981
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Deutsch
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
日本語
Қазақша
한국어
Kurdî / كوردی
ລາວ
Nederlands
Polski
Português
Русский
Simple English
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Tiếng Việt
中文