join

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

join  (en)

  1. ενώνω ή συνδέω
  2. τέμνομαι, συναντώμαι
  3. κάνω παρέα σε κάποιον, κάνω το ίδιο πράγμα που κάνει κι αυτός
    come here and 'join us
  4. γίνομαι μέλος
    Greece joined the European Economic Community in 1981
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/join"