join
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
join (en)
- ενώνω ή συνδέω
- τέμνομαι, συναντώμαι
- κάνω παρέα σε κάποιον, κάνω το ίδιο πράγμα που κάνει κι αυτός
- come here and 'join us
- γίνομαι μέλος
- Greece joined the European Economic Community in 1981, but...
[
]
Ουσιαστικό
join (en)
- ένωση, σύνδεση
- (υπολογιστές) κοινό σύνολο μεταξύ δύο βάσεων δεδομένων
- [μαθηματικά) σύνδεση, όρος στα μερικώς διατεταγμένα σύνολα
[
] Εκφράσεις
- join forces ενώνω τις δυνάμεις μου με...
- join hands συμνπορεύομαι
- join in συμμετέχω