jujube
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- jujube < ελληνιστική κοινή ζίζυφον
Ουσιαστικό [
]
jujube (en)
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| jujube | jujubes |
jujube (fr) αρσενικό
- το τζίτζιφο