justify
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
justify (en)
- δικαιολογώ, προσφέρω ένα λόγο ή μια εξήγηση
- ευθυγραμμίζω και την δεξιά και την αριστερή άκρη μιας παραγράφου κειμένου σε έντυπο ή σε οθόνη υπολογιστή