kangourou
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- kangourou < kanguro < αγγλική kangaroo, αυστραλέζικης προέλευσης
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| kangourou | kangourous |
kangourou (fr) αρσενικό