killed
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
killed (en)
- some of the killed animals were loaded onto trucks
- μερικά από τα σκοτωμένα ζώα φορτώθηκαν σε φορτηγά
Ρηματικός τύπος [
]
killed (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος kill