kindness
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
kindness (en)
- η καλοσύνη, το να είναι κανείς καλοσυνάτος
- η καλοσύνη (η ευεργεσία)
kindness (en)