kit
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- Αγγλική λέξη
Ουσιαστικό
kit (fr)
- κιτ : κάτι έτοιμο να συναρμολογηθεί (παιχνίδι, έπιπλο, ...).
Βοσνιακά (bs)
Ουσιαστικό
kit (bs)
Σλοβενικά (sl)
Ουσιαστικό
kit (sl) αρσενικό