kitsch
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- kitsch < γερμανική Kitsch
Ουσιαστικό [
]
kitsch (en)
Επίθετο [
]
kitsch (en)
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Γερμανική λέξη για παλιόπραγμα.
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| kitsch | kitschs |
kitsch (fr) αρσενικό