korbo
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- korbo < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | korbo | korboj |
| αιτιατική | korbon | korbojn |
korbo (eo)
- το καλάθι