kurwa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

kurwa (pl) θηλυκό

  1. (χυδαίο) η πουτάνα

Open book 01.svg Επιφώνημα[]

kurwa (pl)

  1. χρησιμοποιείται περίπου όπως το γαμώτο
    o kurwa, zajebali mi portfel! - Ο, γαμώτο, μου κλέψανε το πορτοφόλι!