lachen
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ρήμα
lachen (de)
[
]
Ολλανδικά (nl)
[
]
Ρήμα
lachen (nl) (αόρ. : lachte, παθ. μτχ. : gelachen)