lair
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
lair (en)
- φωλιά άγριου ζώου (πχ σπηλιά ή τρύπα στο έδαφος)
- (μεταφορικά) κρησφύγετο, λημέρι
lair (en)