leap

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

leap  (en)

  1. το πήδημα, το άλμα
  2. (μεταφορικά) σημαντική εξέλιξη, μεγάλη πρόοδος
    That's one small step for [a] man, one giant leap for mankind. (η γνωστή φράση που είπε στις 20 Ιουλίου 1969 ο Neil Armstrong όταν έκανε το πρώτο του βήμα πάνω στη σελήνη)

[] Open book 01.svg Ρήμα

leap  (en) (αόρ. : leapt, παθ. μτχ. : leapt)

  1. πηδώ
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες