leave
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
leave (en) (αόρ. : left, παθ. μτχ. : left)
- αφήνω
- φεύγω
- εγκαταλείπω
- be left: απομένω
[
]
Ουσιαστικό
leave (en)
- άδεια (απουσίας από την εργασία)
[
] Εκφράσεις
- take (one's) leave - αποχαιρετώ