leech
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
leech (en)
[
]
Ουσιαστικό
leech (en)
- χρησιμοποιώ ιατρικά τις βδέλλες
- απομυζώ (εκμεταλλεύομαι)