lekarz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική lekarz lekarze
γενική lekarza lekarzy
δοτική lekarzowi lekarzom
αιτιατική lekarza lekarzy
οργανική lekarzem lekarzami
τοπική lekarzu lekarzach
κλητική lekarzu lekarze


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈlɛ.kaʃ/
Ήχος 

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

lekarz (pl) < leczyć (pl)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

lekarz (pl) αρσενικό

  1. ο γιατρός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: leczyć (pl)