let
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ρήμα
let
(en)
(
αόρ.
:
let
,
παθ. μτχ.
:
let
)
αφήνω
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ρήματα (αγγλικά)
|
Αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Asturianu
Dansk
Deutsch
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Galego
Magyar
Ido
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî / كوردی
Latina
Limburgs
Nederlands
Polski
Русский
Simple English
Slovenščina
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
Volapük
中文