libellule
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- libellule < λατινική libellula < libella
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| libellule | libellules |
libellule (fr) θηλυκό
- (εντομολογία) η λιβελούλα, το αεροπλανάκι