libertinage
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /li.bɛʁ.ti.naːʒ/
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| libertinage | libertinages |
libertinage (fr) αρσενικό