lieu commun
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Πολυλεκτικός όρος
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| lieu commun | lieux communs |
lieu commun (fr) αρσενικό