limit
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
limit
(en)
όριο
(
μαθηματικά
)
όριο
Ρήμα
limit
(en)
περιορίζω
συνώνυμα:
restrict
,
restrain
(
μαθηματικά
) έχω ως όριο
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (αγγλικά)
|
Μαθηματικά (αγγλικά)
|
Ρήματα (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Deutsch
English
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî / كوردی
Lietuvių
മലയാളം
Nederlands
Polski
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
中文