lot
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /lɒt/
- Audio (US)
[
]
Ουσιαστικό
lot (en)
- μεγάλο πλήθος, μεγάλη ποσότητα
- I have a lot of money
- there were lots of people
- ένα πλήθος από αντικείμενα ή ανθρώπους που θεωρούνται συλλογικά ως μια ενότητα
- ένα αντικείμενο ή μια ομάδα αντικειμένων που προσφέρεται προς πώληση (πχ σε δημοπρασία) ως μια ενότητα
- his belongings are to be auctioned off in 3 lots
- ένα αντικείμενο ή μια ομάδα αντικειμένων που προσφέρεται προς πώληση (πχ σε δημοπρασία) ως μια ενότητα
- κομμάτι γης, που προορίζεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό, οικόπεδο
- το κινηματογραφικό στούντιο
- κλήρος
[
]
Ρήμα
lot (en)
- διαμοιράζω κάτι, διαιρώ κάτι σε μερίδια
- χωρίζω μια έκταση γης σε οικόπεδα
- κληρώνω
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- lot < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| lot | lots |
lot (fr) αρσενικό
- ένα μέρος ενός συνόλου που μοιράζεται μεταξύ πολλών ανθρώπων
- (στον Καναδά, στο παρελθόν) ένα μέρος ενός καντονίου που δίνεται προσωρινά από το Κράτος σε έναν ιδιώτη ώστε αυτός να το ξεχερσώσει
- (λανθασμένη χρήση) ένα κομμάτι γης
- ένα σύνολο προϊόντων ή εμπορευμάτων που δίνονται ή πωλούνται ταυτόχρονα
- (κατ' επέκταση) ένα σύνολο ανθρώπων, σχετικά ομογενές, που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά
- μία ποσότητα ενός προϊόντος του πετρελαίου που στέλνεται ξεχωριστά από το υπόλοιπο μέσα σε έναν αγωγό
- κομμάτι γης, που προορίζεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό, οικόπεδο
- ο κλήρος, οποιοδήποτε αντικείμενο χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
- η τύχη, η μοίρα, ο κλήρος ενός ανθρώπου στη ζωή
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
]
Πολωνικά (pl)
[
]
Ουσιαστικό
lot (pl) αρσενικό
- η πτήση