lys

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

lys < lis, πληθυντικός του lil < λατινική lilium

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /lis/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
lys lys

lys  (fr) αρσενικό

  1. ο κρίνος
  2. το λευκό άνθος του κοινού κρίνου
  3. (εραλδική) fleur de lys και fleur de lis - εραλδική μορφή αποτελούμενη από τρία σχήματα ανθών κρίνου, ενωμένα
    • (κατ' επέκταση) αντικείμενο που μιμείται αυτή τη μορφή
    • (ειδικότερα) σημείο στον ώμο ορισμένων καταδίκων
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες