ménage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
ménage ménages

ménage (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) σπίτι, νοικοκυριό
  2. (παρωχημένο) τακτοποίηση, νοικοκυριό
  3. (παρωχημένο) οικονομία, εξοικονόμηση
  4. σπιτικό
  5. το σύνολο των δουλειών που χρειάζεται να γίνουν για να διατηρείται ένα νοικοκυριό καθαρό και τακτοποιημένο
  6. τα έπιπλα και τα κατσαρολικά ενός σπιτιού
  7. η κοινή ζωή
  8. το ζευγάρι, οικογένεια