méprisable
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /me.pʁi.zabl/
Επίθετο [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| méprisable | méprisables |
méprisable (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- (παρωχημένο) μηδαμινός
- αξιοκαταφρόνητος
- επονείδιστος
Συνώνυμα [
]
Αντώνυμα [
]
[
]
- mépris
- méprisable
- méprisant - méprisante
- méprise
- mépriser