macaroni
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ma.ka.ʁɔ.ni/
[
]
Ουσιαστικό
macaroni (fr) αρσενικό μόνο στον πληθυντικό
- τα μακαρόνια