malice
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
ενικός
πληθυντικός
malice
malices
malice
(fr)
θηλυκό
(
παρωχημένο
)
ή
(
λογοτεχνία
)
η
κακία
ο
αστεϊσμός
σε βάρος κάποιου
[
]
Συγγενικές λέξεις
malicieusement
malicieux
-
malicieuse
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Română
Русский
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
Walon
中文