manufacture
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
manufacture (en)
- κατασκευάζω (κάτι βιομηχανικά)
- κατασκευάζω (κάτι πλαστό, ψευδές)
manufacture (en)