marmur
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
Ετυμολογία [
]
marmur < αρχαία ελληνική μάρμαρος
Ουσιαστικό [
]
marmur (pl) αρσενικό
- το μάρμαρο