marquant
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- marquant < marquer
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | marquant | marquants |
| θηλυκό | marquante | marquantes |
marquant (fr)
- αξιοπρόσεκτος, χαρακτηριστικός, που σημαδεύει κάτι