massacrant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

massacrant < massacrer, που έχει τάση για σφαγή

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό massacrant massacrants
θηλυκό massacrante massacrantes

massacrant (fr)

  1. (οικείο) (μιλώντας για τη διάθεση κάποιου) κακόκεφος
    il est d'une humeur massacrante - είναι φοβερά κακόκεφος