matière

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
matière matières

matière (fr) θηλυκό

  1. ουσία
    Matière inflammable. Εύφλεκτη ουσία.
  2. ύλη