maturity
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
maturity (en)
- η ωριμότητα
- (χρηματοοικονομικά) η ημερομηνία κατά την οποία λήγει ένας τίτλος, πρέπει να πληρωθεί ένα γραμμάτιο κλπ