mausolée
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| mausolée | mausolées |
mausolée (fr) αρσενικό
- το μαυσωλείο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| mausolée | mausolées |
mausolée (fr) αρσενικό